Σε αναζήτηση λύσεων για το στεγαστικό και στην Κρήτη: Πάνω από 125.000 μη κατοικίσιμες ή κενές κατοικίες στο νησί

Ο παράγοντας “στέγαση” στην Κρήτη έχει παραμείνει επίπονο “αγκάθι” τόσο για τα αστικά κέντρα όσο για την ύπαιθρο καθώς το νησί προσπαθεί άμεσα να βρεθεί παραπάνω “χώρος” για την κίνησή του. Από τις απαιτήσεις της high season του καλοκαιριού μέχρι τις κατοικίες ζωτικής ανάγκης για εργαζόμενους όλο τον υπόλοιπο χρόνο, έρχεται ξανά το ζήτημα “στο τραπέζι” για το 2026, με όλη την χώρα να αναζητά μια λύση.

Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος βρίσκονται τα κλειστά σπίτια ανά την επικράτεια, τα οποία παρά το οξύ πρόβλημα δεν έχουν αξιοποιηθεί: με την ΕΛΣΤΑΤ να καταγράφει πάνω από 2 εκατομμύρια κατοικίες να μένουν κενές ανά την Ελλάδα. Φέτος, μάλιστα, η κυβέρνηση έχει ανακοινώσει ένα νέο πρόγραμμα δύο δισεκατομμυρίων ευρώ για την ανακαίνιση παλαιών κατοικιών, με σκοπό να μπουν ξανά στο “παιχνίδι” της αγοράς τα κλειστά ακίνητα.

Ένα νέο πλαίσιο διαμορφώνεται στην αγορά της κατοικίας που δείχνει να χρειάζεται όσο ποτέ άλλοτε επανεκκίνηση. Ήδη από νομοθετικής άποψης, η Πολιτεία έχει προχωρήσει σε ένα “δυνατό” μέτρο για να διασφαλίσει την ακεραιότητα των τοπικών αναγκών: αναφερόμαστε βέβαια στην αυστηροποίηση της νομοθεσίας όσον αφορά τις κατοικίες βραχυχρόνιας μίσθωσης (τα Airbnb στην ουσία).

Χρειάζεται δρόμος για την επιστροφή στη μακροχρόνια μίσθωση

Ήδη έχουν δοθεί περισσότερα φορολογικά κίνητρα στους ιδιοκτήτες για να στραφούν στη μακροχρόνια μίσθωση, μία πρωτοβουλία, που όπως σχολιάζει ο πρόεδρος της Ένωσης Ιδιοκτητών Ακινήτων Νομού Ηρακλείου κ. Κώστας Αράπογλου στο neakriti.gr «δεν θα καταφέρει πολλά όσον αφορά την μετατόπιση της αγοράς της στέγασης από βραχυπρόθεσμη σε μακροχρόνια μίσθωση».

Τόσο η ΕΝΙΔΑΝΗ, όσο η ΠΟΜΙΔΑ (Πανελλήνια Ομοσπονδία Ιδιοκτητών Ακινήτων) έχουν επισημάνει ότι χρειάζονται περισσότερα κριτήρια για τους ιδιοκτήτες ώστε αυτοί να επενδύσουν στην πολύπαθη αγορά της στέγασης.

Από τα λεγόμενα του κ. Αράπογλου επιβεβαιώνονται τα παραπάνω αιτήματα που πρότειναν οι φορείς: «Είναι πολύ επίφοβο πλέον να επενδύσει ένας ιδιοκτήτης στην αγορά της στέγασης. Άλλωστε αυτό φαίνεται στην πράξη: υπάρχουν πολλές κατοικίες που μένουν “κενές” και κατά κύριο λόγο αχρησιμοποίητες ακριβώς επειδή το κόστος είναι μεγάλο για τους ιδιοκτήτες να τις κρατούν ανοιχτές».

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής στην τελευταία της απογραφή, (Γενική Απογραφή Κτηρίων και Πληθυσμού – Κατοικιών 2021”), στην Περιφέρεια Κρήτης, καταγράφηκαν 126.035 οι οποίες θεωρούνται μη κατοικήσιμες, ή κενές.

Εκεί ακριβώς έχει έρθει να “πατήσει” η νέα σειρά μέτρων που αφορούν το στεγαστικό ζήτημα της χώρας: αυτό το μεγάλο “στοίχημα” του 2026 έχει αρχίσει να φαίνεται στις κινήσεις της κυβέρνησης. Με πολλές ιδιοκτησίες να παραμένουν κλειστές ακριβώς επειδή το κόστος είναι πολύ υψηλό για να ανακαινιστούν και να «ανοίξουν» για την αγορά, η Πολιτεία κινείται ξεκάθαρα στο να παράξει οικονομικά κριτήρια για την επισκευή και ανακαίνιση παλιών και αχρησιμοποίητων κατοικιών, με την προϋπόθεση αυτές να αξιοποιηθούν μέσω μακροχρόνιων συμφωνιών εκμίσθωσης.

Προ των πυλών πρόγραμμα 400 εκατ. ευρώ

Ήδη υπάρχουν πολλά σενάρια για το άμεσο μέλλον της αγοράς της στέγασης: μόλις τις επόμενες εβδομάδες, αναμένεται να προταθεί ένα νέο πρόγραμμα με έναν προϋπολογισμό ύψους 400 εκατ. ευρώ. Το εν λόγω πρόγραμμα ανακοινώθηκε το τέλος του 2025, φέρνοντας στο προσκήνιο εργασίες αναβάθμισης σε παλιότερες και κλειστές κατοικίες.

Βασική του προϋπόθεση για τη λήψη της επιδότησης θα είναι τα ακίνητα αυτά να διατεθούν στη συνέχεια στη μακροχρόνια μίσθωση για περίοδο πέντε ετών, όμως το πρόγραμμα, σύμφωνα πάντα με αυτά που έχουν γνωστοποιηθεί από την Πολιτεία, θα επιδοτεί μέχρι το 90% της δαπάνης ανακαίνισης, ή ποσό έως 36.000 ευρώ, δηλαδή 300 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.

Για να μπορεί μία κατοικία να μπει στο πρόγραμμα, θα πρέπει αν έχει κατασκευαστεί πριν από το 1990, να είναι κλειστή και να μην υπερβαίνει τα 120 τ.μ. Εκτός βέβαια από αυτά, η επιλογή θα γίνεται κατά προτεραιότητα: ισχύουν φυσικά και εισοδηματικά κριτήρια, καθώς ο στόχος του προγράμματος αυτού είναι κυρίως να διευκολυνθούν νοικοκυριά που αδυνατούν οικονομικά να επισκευάσουν τα ακίνητά τους.

Έτσι, αναμένονται όρια ετήσιου εισοδήματος 25.000 ευρώ για άγαμους και 35.000 ευρώ για ζευγάρια, προσαυξανόμενο κατά 5.000 ευρώ για κάθε παιδί. Για τις μονογονεϊκές οικογένειες, το ποσό θα αυξάνεται σε 39.000 ευρώ, πλέον 5.000 ευρώ ανά παιδί πέραν του πρώτου. Οι δαπάνες που θα χρηματοδοτούνται θα είναι κυρίως εργασίες ανακαίνισης (σε ποσοστό 80%) και κατά 20% ενεργειακής αναβάθμισης. 

Παράλληλα με αυτό, τον έναν χρόνο λειτουργίας του κλείνει αυτόν τον Ιανουάριο το πρόγραμμα “Αναβαθμίζω το Σπίτι Μου”, το οποίο κοστολογήθηκε στα 400 εκατ. ευρώ. Παρότι το πρόγραμμα προβλέπει άτοκα δάνεια και όχι επιδοτήσεις, η ανταπόκριση παραμένει μέχρι στιγμής περιορισμένη. Προσφέρει χρηματοδότηση από 5.000 έως 25.000 ευρώ με διάρκεια αποπληρωμής από 3 έως 7 έτη, στοχεύοντας να ωφελήσει πάνω από 20.000 νοικοκυριά. Ωστόσο, η απορρόφηση δεν ξεπερνά σήμερα το 17,25%, καθώς έχουν κατατεθεί μόλις 3.700 αιτήσεις, συνολικού ύψους 69 εκατ. ευρώ, δηλαδή περίπου 18.650 ευρώ ανά δικαιούχο.

“Εξοικονομώ”: Σε μία πενταετία 140.000 ακίνητα αναβαθμίστηκαν ενεργειακά

Στο παραπάνω πλαίσιο προστίθεται και το διευρυμένο πρόγραμμα «Εξοικονομώ» του 2025, το οποίο ενισχύθηκε θεαματικά στο τέλος του έτους. Ο προϋπολογισμός του διπλασιάστηκε, ανεβαίνοντας από 434 εκατ. ευρώ σε 924 εκατ. ευρώ, προκειμένου να καλυφθεί η ιδιαίτερα υψηλή ζήτηση, καθώς έχουν ήδη κατατεθεί περίπου 55.000 αιτήσεις.

Παράλληλα δόθηκε παράταση ολοκλήρωσης των παρεμβάσεων έως τις 31 Μαΐου 2026. Συνολικά, έχουν ήδη εγκριθεί 20.840 αιτήσεις πανελλαδικά, με συνολική επιδότηση 464,9 εκατ. ευρώ, και επιλέξιμο προϋπολογισμό έργων και λοιπών δαπανών 586,7 εκατ. ευρώ. Στόχος του προγράμματος είναι η επίτευξη τουλάχιστον 30% εξοικονόμησης ενέργειας για κάθε κατοικία και η αναβάθμιση της ενεργειακής κλάσης κατά τρεις κατηγορίες.

Την περίοδο 2019-2024, υλοποιήθηκαν εργασίες ενεργειακής αναβάθμισης σε περίπου 140.000 ακίνητα, ενώ τα συνολικά κεφάλαια που έχουν δεσμευτεί ή πρόκειται να διατεθούν μέσω επιδοτήσεων φτάνουν τα 2,5 δισ. ευρώ, συμπεριλαμβανομένου και του προγράμματος του 2025. Το κατά πόσο όλα αυτά Είναι αρκετά για να αυξηθεί η προσφορά κατοικιών προς ενοικίαση και να αναβαθμιστεί ενεργειακά το υπάρχον οικιστικό απόθεμα, μένει να φανεί. Στην αγορά δεν αποκλείεται μεταφορά πόρων από προγράμματα με χαμηλή απορροφητικότητα σε εκείνα με υψηλή ζήτηση.

Με όλες αυτές τις παραπάνω κινήσεις, συμπεριλαμβανομένου των ιδιωτικών επενδύσεων που έρχονται για την αγορά της στέγασης, το σύνολο ανέρχεται σε ένα τρομερό ποσό των 2 δισ. ευρώ, αν βέβαια εφαρμοστούν όλα αυτά που η Πολιτεία έχει βάλει στο παιχνίδι.

neakriti.gr

Similar Posts